κοντέινερ
[konˈtɛiner]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
контейнер, грузовой контейнер
container, shipping container · μεταφορά εμπορευμάτων σε κοντέινερ — перевозка товаров в контейнерах
2
контейнер, вместилище (общее значение)
container, receptacle (general sense) · κοντέινερ με απόδυση — контейнер с отходами
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κοντέινερ
вин.
το κοντέινερ
род.
του κοντέινερ
зват.
κοντέινερ
Мн. ч.
им.
τα κοντέινερ
вин.
τα κοντέινερ
род.
των κοντέινερ
зват.
κοντέινερ
Примеры
Το κοντέινερ φορτώθηκε με κιβώτια εμπορευμάτων.
Контейнер был загружен коробками товаров. · The container was loaded with boxes of merchandise.
Μεταφέραμε τα κοντέινερ με το πλοίο.
Мы перевезли контейнеры на корабле. · We transported the containers by ship.
Ο σταθμός περιέχει πολλά κοντέινερ ανακύκλωσης.
На станции много контейнеров для переработки. · The station has many recycling containers.
Τα κοντέινερ του κιβωτίου είναι καινούργια.
Контейнеры коробки новые. · The box's containers are brand new.