Греческий словарь
с грамматикой

κομμουνιστικός

[komuˈnistikos]прилагательноеB2

Значения

1
коммунистический
communist · κομμουνιστική ιδεολογία — коммунистическая идеология

Грамматика

мужской род
им.
κομμουνιστικός
вин.
κομμουνιστικό
род.
κομμουνιστικού
зват.
κομμουνιστικέ
женский род
им.
κομμουνιστική
вин.
κομμουνιστική
род.
κομμουνιστικής
зват.
κομμουνιστική
средний род
им.
κομμουνιστικό
вин.
κομμουνιστικό
род.
κομμουνιστικού
зват.
κομμουνιστικό

Примеры

Η κομμουνιστική κυβέρνηση κράτησε τη χώρα σαράντα χρόνια.
Коммунистическое правительство держало страну сорок лет. · The communist government held the country for forty years.
Το κομμουνιστικό κόμμα ήταν το μεγαλύτερο αριστερό κόμμα.
Коммунистическая партия была крупнейшей левой партией. · The communist party was the largest left-wing party.
Κομμουνιστικές ιδέες εξαπλώθηκαν γρήγορα στην Ευρώπη.
Коммунистические идеи быстро распространялись в Европе. · Communist ideas spread rapidly across Europe.