Греческий словарь
с грамматикой

κομμουνιστής

[komuˈnistis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
коммунист
communist · άνθρωπος που πιστεύει στον κομμουνισμό — человек, верующий в коммунизм

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο κομμουνιστής
вин.
τον κομμουνιστή
род.
του κομμουνιστή
зват.
κομμουνιστή
Мн. ч.
им.
οι κομμουνιστές
вин.
τους κομμουνιστές
род.
των κομμουνιστών
зват.
κομμουνιστές

Примеры

Ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής στα σαράντα.
Его отец был коммунистом в сороковых годах. · His father was a communist in the forties.
Πολλοί κομμουνιστές ήταν στην αντίσταση κατά του ναζισμού.
Множество коммунистов участвовали в сопротивлении против нацизма. · Many communists participated in the resistance against Nazism.
Κατηγορούσαν τον κομμουνιστή για δραστηριότητες κατά του κράτους.
Они обвиняли коммуниста в деятельности против государства. · They accused the communist of activities against the state.