Греческий словарь
с грамматикой

κολυμπώ

[koˈlimˈpo]глаголA1

Значения

1
плавать
to swim · κολυμπώ στη θάλασσα — плавать в море
2
нырять, погружаться в воду
to dive, to go underwater · κολυμπώ βαθιά — нырять глубоко

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κολυμπώ
εσύ
κολυμπάς
αυτός
κολυμπά
εμείς
κολυμπάμε
εσείς
κολυμπάτε
αυτοί
κολυμπάνε
Аорист
εγώ
κολύμπησα
εσύ
κολύμπησες
αυτός
κολύμπησε
εμείς
κολυμπήσαμε
εσείς
κολυμπήσατε
αυτοί
κολύμπησαν
Будущее
εγώ
θα κολυμπήσω
εσύ
θα κολυμπήσεις
αυτός
θα κολυμπήσει
εμείς
θα κολυμπήσουμε
εσείς
θα κολυμπήσετε
αυτοί
θα κολυμπήσουν

Примеры

Τα παιδιά κολυμπούν στην πισίνα.
Дети плавают в бассейне. · The children are swimming in the pool.
Χθες κολύμπησα στη θάλασσα.
Вчера я плавал в море. · Yesterday I swam in the sea.
Θα κολυμπήσουμε στο καλοκαίρι.
Летом мы будем плавать. · We will swim in the summer.
Κολύμπα με εμένα στην παραλία!
Поплавай со мной на пляже! · Swim with me at the beach!