κολυμβώ
[koliˈmvo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)A2
Значения
1
плавать (в воде)
to swim · κολυμβώ στη θάλασσα — плаваю в море
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κολυμβώ
εσύ
κολυμβάς
αυτός
κολυμβά
εμείς
κολυμβάμε
εσείς
κολυμβάτε
αυτοί
κολυμβούν
Аорист
εγώ
κολύμπησα
εσύ
κολύμπησες
αυτός
κολύμπησε
εμείς
κολυμπήσαμε
εσείς
κολυμπήσατε
αυτοί
κολύμπησαν
Будущее
εγώ
θα κολυμπήσω
εσύ
θα κολυμπήσεις
αυτός
θα κολυμπήσει
εμείς
θα κολυμπήσουμε
εσείς
θα κολυμπήσετε
αυτοί
θα κολυμπήσουν
Примеры
Τα παιδιά κολυμβούν στη λίμνη.
Дети плывут в озере. · The children are swimming in the lake.
Χθες κολύμπησα όλη την ημέρα.
Вчера я весь день плавал. · Yesterday I swam all day.
Θα κολυμπήσουμε αύριο στην παραλία.
Завтра мы поплывём на пляже. · Tomorrow we'll swim at the beach.
Κολύμπα καλά και μην φοβάσαι.
Хорошо плыви и не бойся. · Swim well and don't be afraid.