Греческий словарь
с грамматикой

κολυμβητής

[kolimviˈtis]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
пловец
swimmer · κολυμβητής στη θάλασσα — пловец в море
2
спортсмен, занимающийся плаванием
competitive swimmer · κολυμβητής σε αγώνες — пловец на соревнованиях

Грамматика

Ед. ч.
им.
o κολυμβητής
вин.
τον κολυμβητή
род.
του κολυμβητή
зват.
κολυμβητή
Мн. ч.
им.
οι κολυμβητές
вин.
τους κολυμβητές
род.
των κολυμβητών
зват.
κολυμβητές

Примеры

Ο κολυμβητής κέρδισε το χρυσό μετάλλιο.
Пловец выиграл золотую медаль. · The swimmer won the gold medal.
Οι κολυμβητές προπονούνται κάθε πρωί.
Пловцы тренируются каждое утро. · The swimmers train every morning.
Είναι ένας μεγάλος κολυμβητή της εποχής του.
Он был великим пловцом своего времени. · He was a great swimmer of his era.