Греческий словарь
с грамматикой

κολλώ

Пишется также: κολλάω
[koˈlo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)A2

Значения

1
клеить, приклеивать
to glue, to stick · κολλώ χαρτί στον τοίχο — приклеиваю бумагу к стене
2
прилипать, застревать
to stick, to get stuck · το δάχτυλό μου κολλά — мой палец застревает
3
располагаться рядом, соседствовать
to be adjacent, to border on · το σπίτι κολλά στο δικό μας — дом граничит с нашим

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κολλώ
εσύ
κολλάς
αυτός
κολλά
εμείς
κολλάμε
εσείς
κολλάτε
αυτοί
κολλάν
Аорист
εγώ
κόλλησα
εσύ
κόλλησες
αυτός
κόλλησε
εμείς
κολλήσαμε
εσείς
κολλήσατε
αυτοί
κόλλησαν
Будущее
εγώ
θα κολλήσω
εσύ
θα κολλήσεις
αυτός
θα κολλήσει
εμείς
θα κολλήσουμε
εσείς
θα κολλήσετε
αυτοί
θα κολλήσουν

Примеры

Κόλλησα τη φωτογραφία στο άλμπουμ.
Я приклеил фотографию в альбом. · I glued the photo into the album.
Τα δάχτυλά μου κολλάν από τη σοκολάτα.
Мои пальцы липкие от шоколада. · My fingers are sticky from the chocolate.
Κολλώ αυτό το αφίσα στον τοίχο;
Приклею этот плакат на стену? · Should I stick this poster on the wall?
Το χαρτί έχει κολλήσει πολύ καλά.
Бумага приклеилась очень хорошо. · The paper has stuck very well.