Греческий словарь
с грамматикой

κολακεύω

[kolaˈkevo]глаголB2

Значения

1
льстить, угождать; говорить кому-л. приятное, чтобы понравиться
to flatter, to say pleasant things to someone to gain their favour · κολακεύει τον προϊστάμενό του — он льстит своему начальнику
2
потворствовать, потакать (чьим-л. слабостям, прихотям)
to indulge, to cater to someone's weaknesses or whims · κολακεύει τις επιθυμίες του — он потакает его желаниям

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κολακεύω
εσύ
κολακεύεις
αυτός
κολακεύει
εμείς
κολακεύουμε
εσείς
κολακεύετε
αυτοί
κολακεύουν
Аорист
εγώ
κολάκευσα
εσύ
κολάκευσες
αυτός
κολάκευσε
εμείς
κολακεύσαμε
εσείς
κολακεύσατε
αυτοί
κολάκευσαν
Будущее
εγώ
θα κολακεύω
εσύ
θα κολακεύεις
αυτός
θα κολακεύει
εμείς
θα κολακεύουμε
εσείς
θα κολακεύετε
αυτοί
θα κολακεύουν

Примеры

Ο δημοσιογράφος κολακεύει τον πολιτικό με άδικα επαίνους.
Журналист льстит политику незаслуженными похвалами. · The journalist flatters the politician with undeserved praise.
Δεν πρέπει να κολακεύουμε τις αδυναμίες των άλλων.
Мы не должны потакать слабостям других людей. · We should not indulge the weaknesses of others.
Κολάκευσε την πρόεδρο για να πάρει την υποτροφία.
Он льстил президентке, чтобы получить стипендию. · He flattered the president to get the scholarship.
Θα κολακεύουν τα συnaισθήματά του αν πείς ψέματα.
Ты будешь потакать его чувствам, если скажешь неправду. · You will be indulging his feelings if you lie.