Греческий словарь
с грамматикой

κοκκινίζω

[kokiˈnizo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2

Значения

1
краснеть, становиться красным
to turn red, to become red · το φύλλο κοκκινίζει — лист краснеет
2
краснеть (от стыда, смущения)
to blush, to redden (with embarrassment) · κοκκίνισε από αίσχος — он покраснел от стыда

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κοκκινίζω
εσύ
κοκκινίζεις
αυτός
κοκκινίζει
εμείς
κοκκινίζουμε
εσείς
κοκκινίζετε
αυτοί
κοκκινίζουν
Аорист
εγώ
κοκκίνισα
εσύ
κοκκίνισες
αυτός
κοκκίνισε
εμείς
κοκκινίσαμε
εσείς
κοκκινίσατε
αυτοί
κοκκίνισαν
Будущее
εγώ
θα κοκκινίσω
εσύ
θα κοκκινίσεις
αυτός
θα κοκκινίσει
εμείς
θα κοκκινίσουμε
εσείς
θα κοκκινίσετε
αυτοί
θα κοκκινίσουν

Примеры

Τα μήλα κοκκινίζουν στο φθινόπωρο.
Яблоки краснеют осенью. · The apples turn red in autumn.
Κοκκίνισε και δεν είπε λέξη.
Он покраснел и ничего не сказал. · He blushed and said nothing.
Ο ουρανός κοκκινίζει καθώς δύει ο ήλιος.
Небо краснеет, когда садится солнце. · The sky turns red as the sun sets.
Τα φύλλα κοκκινίζουν και πέφτουν.
Листья краснеют и падают. · The leaves turn red and fall.