Греческий словарь
с грамматикой

κοιτάω

[kiˈtao]глаголA1

Значения

1
смотреть, глядеть
to look, to watch · κοιτάω την τηλεόραση — смотреть телевизор
2
выглядеть, казаться
to look, to seem, to appear · κοιτάει κουρασμένος — выглядит уставшим

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κοιτάω
εσύ
κοιτάς
αυτός
κοιτάει
εμείς
κοιτάμε
εσείς
κοιτάτε
αυτοί
κοιτάνε
Аорист
εγώ
κοίταξα
εσύ
κοίταξες
αυτός
κοίταξε
εμείς
κοιτάξαμε
εσείς
κοιτάξατε
αυτοί
κοίταξαν
Будущее
εγώ
θα κοιτάξω
εσύ
θα κοιτάξεις
αυτός
θα κοιτάξει
εμείς
θα κοιτάξουμε
εσείς
θα κοιτάξετε
αυτοί
θα κοιτάξουν

Примеры

Κοιτάω τη θάλασσα από το παράθυρό μου.
Я смотрю на море из моего окна. · I look at the sea from my window.
Κοίταξε αυτή τη φωτογραφία!
Посмотри эту фотографию! · Look at this photograph!
Κοιτούσα ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ χθες.
Вчера я смотрел интересный документальный фильм. · I was watching an interesting documentary yesterday.
Κοιτάει πολύ καλά με τα νέα γυαλιά του.
Он выглядит очень хорошо в своих новых очках. · He looks very good in his new glasses.