κοινωνώ
[kinoˈno]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
принимать участие, участвовать
to participate, to take part · κοινωνώ στη συζήτηση — участвую в обсуждении
2
иметь общее, делиться чем-то
to share, to have in common · κοινωνώ τα ίδια ενδιαφέροντα — имею общие интересы
3
общаться, быть в общении
to commune, to have communion · κοινωνώ σε μια δραστηριότητα — принимаю участие в деятельности
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κοινωνώ
εσύ
κοινωνείς
αυτός
κοινωνεί
εμείς
κοινωνούμε
εσείς
κοινωνείτε
αυτοί
κοινωνούν
Аорист
εγώ
κοινώνησα
εσύ
κοινώνησες
αυτός
κοινώνησε
εμείς
κοινωνήσαμε
εσείς
κοινωνήσατε
αυτοί
κοινώνησαν
Будущее
εγώ
θα κοινωνήσω
εσύ
θα κοινωνήσεις
αυτός
θα κοινωνήσει
εμείς
θα κοινωνήσουμε
εσείς
θα κοινωνήσετε
αυτοί
θα κοινωνήσουν
Примеры
Όλοι κοινωνούν στη δραστηριότητα του κέντρου.
Все участвуют в деятельности центра. · Everyone participates in the center's activities.
Κοινώνησε τα πάντα με τους φίλους του.
Он делился всем со своими друзьями. · He shared everything with his friends.
Θα κοινωνήσουν στην εκδήλωση αύριο.
Они будут участвовать в мероприятии завтра. · They will take part in the event tomorrow.
Κοινωνούν τις ίδιες αξίες και πεποιθήσεις.
Они разделяют одни и те же ценности и убеждения. · They share the same values and beliefs.