κοινωνός
[kinoˈnos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
товарищ, соучастник, соратник
companion, associate, partner · κοινωνός του έργου — товарищ по работе
2
член церковной общины (богослуживающий)
member of a faith community, communicant · κοινωνός της εκκλησίας — член прихода
Грамматика
Ед. ч.
им.
o κοινωνός
вин.
τον κοινωνό
род.
του κοινωνού
зват.
κοινωνέ
Мн. ч.
им.
οι κοινωνοί
вин.
τους κοινωνούς
род.
των κοινωνών
зват.
κοινωνοί
Примеры
Ο Γιάννης ήταν κοινωνός μου στο πανεπιστήμιο.
Янис был моим товарищем в университете. · Yannis was my companion at university.
Οι κοινωνοί του προέδρου στήριξαν την απόφασή του.
Его соратники поддержали решение президента. · His associates backed the president's decision.
Ως κοινωνός της εκκλησίας, παίρνει μέρος στις λειτουργίες.
Как член прихода, он участвует в богослужениях. · As a churchgoer, he takes part in services.