Греческий словарь
с грамматикой

κοινωνικοποιώ

[kinonikoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
социализировать, приобщать к обществу
to socialize, to integrate into society · τα παιδιά κοινωνικοποιούνται στο σχολείο — дети социализируются в школе
2
делать социальным, придавать общественный характер
to make social, to give a social character to · κοινωνικοποίηση των ιδιωτικών υπηρεσιών — социализация частных услуг

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κοινωνικοποιώ
εσύ
κοινωνικοποιείς
αυτός
κοινωνικοποιεί
εμείς
κοινωνικοποιούμε
εσείς
κοινωνικοποιείτε
αυτοί
κοινωνικοποιούν
Аорист
εγώ
κοινωνικοποίησα
εσύ
κοινωνικοποίησες
αυτός
κοινωνικοποίησε
εμείς
κοινωνικοποιήσαμε
εσείς
κοινωνικοποιήσατε
αυτοί
κοινωνικοποίησαν
Будущее
εγώ
θα κοινωνικοποιήσω
εσύ
θα κοινωνικοποιήσεις
αυτός
θα κοινωνικοποιήσει
εμείς
θα κοινωνικοποιήσουμε
εσείς
θα κοινωνικοποιήσετε
αυτοί
θα κοινωνικοποιήσουν

Примеры

Τα παιδιά κοινωνικοποιούνται μέσα από τα παιχνίδια.
Дети социализируются через игры. · Children socialize through play.
Η σχολική εκπαίδευση κοινωνικοποιεί τους νέους.
Школьное образование социализирует молодёжь. · School education socializes young people.
Θέλουν να κοινωνικοποιήσουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Они хотят социализировать частные предприятия. · They want to socialize private enterprises.
Το είχε κοινωνικοποιήσει με διάφορες δραστηριότητες.
Она его социализировала различными занятиями. · She had socialized him through various activities.