κοινοπολιτεία
[kinopoli'tia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
республика, государство с республиканской формой правления
republic, state with republican government · δημοκρατική κοινοπολιτεία — демократическая республика
2
содружество (политическое объединение независимых государств)
commonwealth (political union of independent states) · η Κοινοπολιτεία των Ανεξάρτητων Κρατών — Содружество независимых государств
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κοινοπολιτεία
вин.
την κοινοπολιτεία
род.
της κοινοπολιτείας
зват.
κοινοπολιτεία
Мн. ч.
им.
οι κοινοπολιτείες
вин.
τις κοινοπολιτείες
род.
των κοινοπολιτειών
зват.
κοινοπολιτείες
Примеры
Η Ελλάδα είναι μια δημοκρατική κοινοπολιτεία.
Греция — демократическая республика. · Greece is a democratic republic.
Οι κοινοπολιτείες της Ευρώπης συνεργάζονται στενά.
Республики Европы тесно сотрудничают. · The republics of Europe cooperate closely.
Το σύνταγμα της κοινοπολιτείας προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών.
Конституция республики защищает права граждан. · The constitution of the republic protects citizens' rights.