Греческий словарь
с грамматикой

κοινοποιώ

[kinoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
сообщать, уведомлять официально
to notify, to inform officially · κοινοποιώ την απόφαση — объявляю решение
2
делать известным, распространять информацию
to make public, to communicate · κοινοποιώ ένα σχέδιο — раскрываю план

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κοινοποιώ
εσύ
κοινοποιείς
αυτός
κοινοποιεί
εμείς
κοινοποιούμε
εσείς
κοινοποιείτε
αυτοί
κοινοποιούν
Аорист
εγώ
κοινοποίησα
εσύ
κοινοποίησες
αυτός
κοινοποίησε
εμείς
κοινοποιήσαμε
εσείς
κοινοποιήσατε
αυτοί
κοινοποίησαν
Будущее
εγώ
θα κοινοποιήσω
εσύ
θα κοινοποιήσεις
αυτός
θα κοινοποιήσει
εμείς
θα κοινοποιήσουμε
εσείς
θα κοινοποιήσετε
αυτοί
θα κοινοποιήσουν

Примеры

Η κυβέρνηση κοινοποίησε τα νέα μέτρα χθες.
Вчера правительство объявило о новых мерах. · The government announced new measures yesterday.
Θα κοινοποιήσουμε την απόφαση στους εργαζομένους αύριο.
Завтра мы уведомим сотрудников о решении. · We will notify the employees of the decision tomorrow.
Κοινοποιώ ότι η συνεδρίαση αναβάλλεται.
Сообщаю, что заседание откладывается. · I hereby inform you that the meeting is postponed.