Греческий словарь
с грамматикой

κοινοβούλιο

[kinoˈvulio]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
парламент
parliament · το κοινοβούλιο της χώρας — парламент страны

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κοινοβούλιο
вин.
το κοινοβούλιο
род.
του κοινοβουλίου
зват.
κοινοβούλιο
Мн. ч.
им.
τα κοινοβούλια
вин.
τα κοινοβούλια
род.
των κοινοβουλίων
зват.
κοινοβούλια

Примеры

Το κοινοβούλιο ψήφισε νέες νομοθεσίες.
Парламент одобрил новое законодательство. · Parliament passed new legislation.
Οι βουλευτές συζητούν στο κοινοβούλιο.
Депутаты обсуждают в парламенте. · The deputies are debating in parliament.
Θέλω να εργαστώ στα κοινοβούλια της Ευρώπης.
Я хочу работать в европейских парламентах. · I want to work in European parliaments.
Του κοινοβουλίου είναι η δύναμη νομοθέτησης.
Парламент обладает законодательной властью. · Parliament holds the power of legislation.