κοινοβουλευτικός
[kinivulevˈtikos]прилагательноеC1
Значения
1
парламентский, относящийся к парламенту
parliamentary, relating to parliament · κοινοβουλευτική διαδικασία — парламентская процедура
Грамматика
мужской род
им.
κοινοβουλευτικός
вин.
κοινοβουλευτικό
род.
κοινοβουλευτικού
зват.
κοινοβουλευτικέ
женский род
им.
κοινοβουλευτική
вин.
κοινοβουλευτική
род.
κοινοβουλευτικής
зват.
κοινοβουλευτική
средний род
им.
κοινοβουλευτικό
вин.
κοινοβουλευτικό
род.
κοινοβουλευτικού
зват.
κοινοβουλευτικό
Примеры
Η κοινοβουλευτική διαδικασία είναι περίπλοκη.
Парламентская процедура сложная. · The parliamentary procedure is complex.
Αυτή είναι κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση σημαντικής σημασίας.
Это парламентская реформа большого значения. · This is a parliamentary reform of great importance.
Οι κοινοβουλευτικοί κανόνες πρέπει να τηρούνται.
Парламентские правила должны соблюдаться. · Parliamentary rules must be observed.