Греческий словарь
с грамматикой

κοιμώμαι

[kiˈmo.me]глаголA1

Значения

1
спать
to sleep · κοιμάμαι τώρα — я сплю сейчас
2
ложиться спать, засыпать
to go to sleep, to fall asleep · πάω να κοιμηθώ — я иду спать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κοιμάμαι
εσύ
κοιμάσαι
αυτός
κοιμάται
εμείς
κοιμόμαστε
εσείς
κοιμάστε
αυτοί
κοιμώνται
Аорист
εγώ
κοιμήθηκα
εσύ
κοιμήθηκες
αυτός
κοιμήθηκε
εμείς
κοιμηθήκαμε
εσείς
κοιμηθήκατε
αυτοί
κοιμήθηκαν
Будущее
εγώ
θα κοιμηθώ
εσύ
θα κοιμηθείς
αυτός
θα κοιμηθεί
εμείς
θα κοιμηθούμε
εσείς
θα κοιμηθείτε
αυτοί
θα κοιμηθούν

Примеры

Κοιμάμαι οκτώ ώρες κάθε νύχτα.
Я сплю восемь часов каждую ночь. · I sleep eight hours every night.
Το παιδί κοιμάται ήσυχα στο κρεβάτι.
Ребёнок мирно спит в кровати. · The child is sleeping peacefully in bed.
Χθες κοιμήθηκα πολύ καλά.
Вчера я очень хорошо спал. · Yesterday I slept very well.
Πρέπει να κοιμηθώ νωρίς απόψε.
Мне нужно рано спать сегодня вечером. · I need to go to bed early tonight.