κοιμητήριο
[kimitorˈio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
кладбище
cemetery · το κοιμητήριο της πόλης — городское кладбище
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κοιμητήριο
вин.
το κοιμητήριο
род.
του κοιμητηρίου
зват.
κοιμητήριο
Мн. ч.
им.
τα κοιμητήρια
вин.
τα κοιμητήρια
род.
των κοιμητηρίων
зват.
κοιμητήρια
Примеры
Το κοιμητήριο βρίσκεται έξω από την πόλη.
Кладбище находится за городом. · The cemetery is outside the city.
Επισκέφθηκε το κοιμητήριο για να αφήσει λουλούδια.
Она посетила кладбище, чтобы оставить цветы. · She visited the cemetery to leave flowers.
Τα παλιά κοιμητήρια έχουν ιστορική αξία.
Старые кладбища имеют историческую ценность. · Old cemeteries have historical value.