Греческий словарь
с грамматикой

κοιμάμαι

[kiˈmaːme]глаголA1

Значения

1
спать
to sleep · κοιμάμαι νωρίς — спать рано
2
засыпать, засыпать (переходить в сон)
to fall asleep · δεν μπορώ να κοιμηθώ — не могу заснуть

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κοιμάμαι
εσύ
κοιμάσαι
αυτός
κοιμάται
εμείς
κοιμόμαστε
εσείς
κοιμάστε
αυτοί
κοιμούνται
Аорист
εγώ
κοιμήθηκα
εσύ
κοιμήθηκες
αυτός
κοιμήθηκε
εμείς
κοιμηθήκαμε
εσείς
κοιμηθήκατε
αυτοί
κοιμήθηκαν
Будущее
εγώ
θα κοιμηθώ
εσύ
θα κοιμηθείς
αυτός
θα κοιμηθεί
εμείς
θα κοιμηθούμε
εσείς
θα κοιμηθείτε
αυτοί
θα κοιμηθούν

Примеры

Τα παιδιά κοιμούνται στο σπίτι.
Дети спят дома. · The children are sleeping at home.
Χθες κοιμήθηκα πολύ καλά.
Вчера я очень хорошо спал. · I slept very well yesterday.
Δεν μπορώ να κοιμηθώ αργά.
Я не могу заснуть поздно. · I cannot fall asleep late.
Κοιμήσου νωρίς απόψε.
Ложись спать рано сегодня вечером. · Go to bed early tonight.