Греческий словарь
с грамматикой

κοιλότητα

[kiloˈtita]существительноеη · женский родB2

Значения

1
полость, впадина
cavity, hollow · κοιλότητα στο δόντι — полость в зубе
2
углубление, ямка
depression, indentation · κοιλότητα στη σκάλα — углубление на лестнице

Грамматика

Ед. ч.
им.
η κοιλότητα
вин.
την κοιλότητα
род.
της κοιλότητας
зват.
κοιλότητα
Мн. ч.
им.
οι κοιλότητες
вин.
τις κοιλότητες
род.
των κοιλοτήτων
зват.
κοιλότητες

Примеры

Ο οδοντίατρος βρήκε κοιλότητα στο δόντι μου.
Стоматолог обнаружил полость в моём зубе. · The dentist found a cavity in my tooth.
Αυτή η σπηλιά έχει πολλές κοιλότητες και διαδρόμους.
В этой пещере много полостей и коридоров. · This cave has many cavities and passages.
Η κοιλότητα της κοιλιάς περιέχει σημαντικά όργανα.
Полость брюшной полости содержит важные органы. · The abdominal cavity contains vital organs.