κλιματισμός
[klimatiˈzmos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
кондиционирование, кондиционер
air conditioning · το κλιματιστικό σύστημα — система кондиционирования
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κλιματισμός
вин.
τον κλιματισμό
род.
του κλιματισμού
зват.
κλιματισμέ
Мн. ч.
им.
οι κλιματισμοί
вин.
τους κλιματισμούς
род.
των κλιματισμών
зват.
κλιματισμοί
Примеры
Το καλοκαίρι χρειαζόμαστε κλιματισμό στο σπίτι.
Летом нам нужен кондиционер дома. · In summer we need air conditioning at home.
Ο κλιματισμός του αυτοκινήτου είναι σπασμένος.
Кондиционер в машине не работает. · The car's air conditioning is broken.
Η τιμή της εγκατάστασης κλιματισμού είναι ακριβή.
Цена установки кондиционера дорогая. · The cost of installing air conditioning is expensive.