Греческий словарь
с грамматикой

κλιματίζω

[klimaˈtizo]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1

Значения

1
кондиционировать, охлаждать воздух
to air-condition, to cool with air conditioning · κλιματίζω το δωμάτιό μου — я кондиционирую мою комнату

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κλιματίζω
εσύ
κλιματίζεις
αυτός
κλιματίζει
εμείς
κλιματίζουμε
εσείς
κλιματίζετε
αυτοί
κλιματίζουν
Аорист
εγώ
κλιματίζα
εσύ
κλιματίζες
αυτός
κλιματίζε
εμείς
κλιματίσαμε
εσείς
κλιματίσατε
αυτοί
κλιματίσαν
Будущее
εγώ
θα κλιματίσω
εσύ
θα κλιματίσεις
αυτός
θα κλιματίσει
εμείς
θα κλιματίσουμε
εσείς
θα κλιματίσετε
αυτοί
θα κλιματίσουν

Примеры

Το γραφείό μας κλιματίζεται το καλοκαίρι.
Наш офис кондиционируется летом. · Our office is air-conditioned in the summer.
Κλιματίσαμε όλα τα δωμάτια του ξενοδοχείου.
Мы установили кондиционеры во всех номерах отеля. · We air-conditioned all the rooms in the hotel.
Θα κλιματίσω το σαλόνι αυτό το καλοκαίρι.
Я установлю кондиционер в гостиной этим летом. · I will install air conditioning in the living room this summer.