Греческий словарь
с грамматикой

κλιμακώνω

[klimaˈkono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
постепенно усиливать, наращивать (интенсивность, напряженность)
to escalate, to intensify gradually · κλιμακώνει τις προσπάθειές του — усиливает свои усилия
2
повышать в ранге, в должности
to promote, to raise in rank · κλιμακώθηκε στη διοίκηση — был повышен в администрации

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κλιμακώνω
εσύ
κλιμακώνεις
αυτός
κλιμακώνει
εμείς
κλιμακώνουμε
εσείς
κλιμακώνετε
αυτοί
κλιμακώνουν
Аорист
εγώ
κλιμάκωσα
εσύ
κλιμάκωσες
αυτός
κλιμάκωσε
εμείς
κλιμακώσαμε
εσείς
κλιμακώσατε
αυτοί
κλιμάκωσαν
Будущее
εγώ
θα κλιμακώσω
εσύ
θα κλιμακώσεις
αυτός
θα κλιμακώσει
εμείς
θα κλιμακώσουμε
εσείς
θα κλιμακώσετε
αυτοί
θα κλιμακώσουν

Примеры

Ο διαμάχων κλιμακώνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Враждующая сторона наращивает военные операции. · The warring parties are escalating military operations.
Κλιμακώθηκε σε υψηλή θέση στην εταιρεία.
Он был повышен на высокую должность в компании. · He was promoted to a senior position in the company.
Θα κλιμακώσουν την παραγωγή την επόμενη χρονιά.
Они будут увеличивать производство в следующем году. · They will step up production next year.
Η κατάσταση κλιμακώνεται ανεξέλεγκτα.
Ситуация усугубляется без контроля. · The situation is spiralling out of control.