Греческий словарь
с грамматикой

κληρώνω

[kliˈrono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
розыгрывать по жребию, проводить лотерею
to draw (lots), to hold a lottery · κληρώνουν τα εισιτήρια — разыгрывают билеты
2
выпадать (в результате жребия), получить жребий
to fall to one's lot, to be drawn (in a lottery) · του έκληρωσε ένα δώρο — ему досталось в результате жребия

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κληρώνω
εσύ
κληρώνεις
αυτός
κληρώνει
εμείς
κληρώνουμε
εσείς
κληρώνετε
αυτοί
κληρώνουν
Аорист
εγώ
κλήρωσα
εσύ
κλήρωσες
αυτός
κλήρωσε
εμείς
κληρώσαμε
εσείς
κληρώσατε
αυτοί
κλήρωσαν
Будущее
εγώ
θα κληρώσω
εσύ
θα κληρώσεις
αυτός
θα κληρώσει
εμείς
θα κληρώσουμε
εσείς
θα κληρώσετε
αυτοί
θα κληρώσουν

Примеры

Αύριο κληρώνουν τα εισιτήρια για τη συναυλία.
Завтра будут разыгрывать билеты на концерт. · Tomorrow they will draw the tickets for the concert.
Του έκληρωσε μεγάλο ποσό χρημάτων στη λοταρία.
Ему досталась крупная сумма денег в лотерее. · He won a large sum of money in the lottery.
Κληρώσαμε και παίζουμε στον τελικό.
Нас разыграли, и мы играем в финале. · We drew and will play in the final.