Греческий словарь
с грамматикой

κληρονομώ

[klironoˈmo]глаголB1

Значения

1
наследовать, унаследовать
to inherit · κληρονομώ ένα σπίτι — наследую дом
2
получать в наследство, досталось (о чём-либо нематериальном)
to inherit, to be heir to (figuratively) · κληρονομώ μια παράδοση — наследую традицию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κληρονομώ
εσύ
κληρονομείς
αυτός
κληρονομεί
εμείς
κληρονομούμε
εσείς
κληρονομείτε
αυτοί
κληρονομούν
Аорист
εγώ
κληρονόμησα
εσύ
κληρονόμησες
αυτός
κληρονόμησε
εμείς
κληρονομήσαμε
εσείς
κληρονομήσατε
αυτοί
κληρονόμησαν
Будущее
εγώ
θα κληρονομήσω
εσύ
θα κληρονομήσεις
αυτός
θα κληρονομήσει
εμείς
θα κληρονομήσουμε
εσείς
θα κληρονομήσετε
αυτοί
θα κληρονομήσουν

Примеры

Ο Γιάννης κληρονόμησε το σπίτι του παππού του.
Яннис унаследовал дом своего дедушки. · Yannis inherited his grandfather's house.
Κληρονομούμε πολλές παραδόσεις από τους προγόνους μας.
Мы наследуем много традиций от наших предков. · We inherit many traditions from our ancestors.
Θα κληρονομήσει ένα μεγάλο ποσό χρημάτων.
Она унаследует большую сумму денег. · She will inherit a large sum of money.