κληρονομικότητα
[klironoˈmikotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
наследственность, наследуемость (свойство передаваться по наследству)
heritability, the capacity to be inherited · η κληρονομικότητα των χαρακτηριστικών — наследуемость признаков
2
наследственное право, наследство (в юридическом смысле)
law of inheritance, hereditary right · η κληρονομικότητα της περιουσίας — наследственное право на имущество
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κληρονομικότητα
вин.
την κληρονομικότητα
род.
της κληρονομικότητας
зват.
κληρονομικότητα
Мн. ч.
им.
οι κληρονομικότητες
вин.
τις κληρονομικότητες
род.
των κληρονομικοτήτων
зват.
κληρονομικότητες
Примеры
Η κληρονομικότητα των γονιδίων καθορίζει το ύψος μας.
Наследуемость генов определяет наш рост. · The heritability of genes determines our height.
Οι επιστήμονες μελετούν την κληρονομικότητα διαφόρων ασθενειών.
Учёные изучают наследуемость различных заболеваний. · Scientists study the heritability of various diseases.
Στο δίκαιο, η κληρονομικότητα των δικαιωμάτων είναι σημαντική.
В праве наследственные права имеют большое значение. · In law, the inheritance of rights is important.