Греческий словарь
с грамматикой

κληροδοτώ

[kliroˈðoto]глаголC1

Значения

1
завещать, оставлять в наследство
to bequeath, to leave by will · κληροδοτώ τα περιουσία μου — завещаю своё имущество
2
передавать, оставлять в наследство (переносно: идеи, традиции)
to hand down, to leave as a legacy (figuratively: ideas, traditions) · κληροδοτώ τα ιδεώματα — передаю идеи в наследство

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κληροδοτώ
εσύ
κληροδοτείς
αυτός
κληροδοτεί
εμείς
κληροδοτούμε
εσείς
κληροδοτείτε
αυτοί
κληροδοτούν
Аорист
εγώ
κληροδότησα
εσύ
κληροδότησες
αυτός
κληροδότησε
εμείς
κληροδοτήσαμε
εσείς
κληροδοτήσατε
αυτοί
κληροδότησαν
Будущее
εγώ
θα κληροδοτήσω
εσύ
θα κληροδοτήσεις
αυτός
θα κληροδοτήσει
εμείς
θα κληροδοτήσουμε
εσείς
θα κληροδοτήσετε
αυτοί
θα κληροδοτήσουν

Примеры

Ο πατέρας κληροδότησε το σπίτι στον γιο του.
Отец завещал дом своему сыну. · The father bequeathed the house to his son.
Θα κληροδοτήσω τη βιβλιοθήκη μου στο μουσείο.
Я завещу свою библиотеку музею. · I will bequeath my library to the museum.
Οι αρχαίοι Έλληνες κληροδότησαν πολιτισμό και φιλοσοφία.
Древние греки передали в наследство культуру и философию. · The ancient Greeks left a legacy of culture and philosophy.