κληρικός
[kliˈrikos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
священнослужитель, клирик (член духовенства)
clergyman, cleric (member of the clergy) · ο κληρικός της εκκλησίας — священник церкви
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κληρικός
вин.
τον κληρικό
род.
του κληρικού
зват.
κληρικέ
Мн. ч.
им.
οι κληρικοί
вин.
τους κληρικούς
род.
των κληρικών
зват.
κληρικοί
Примеры
Ο κληρικός τέλεσε την λειτουργία το πρωί.
Священник совершил богослужение утром. · The clergyman conducted the service in the morning.
Οι κληρικοί φορούν παραδοσιακά ενδύματα.
Духовенство носит традиционную одежду. · The clergy wear traditional vestments.
Συνάντησα έναν κληρικό στην εκκλησία.
Я встретил священнослужителя в церкви. · I met a clergyman at the church.