Греческий словарь
с грамматикой

κλείνω

[ˈkli.no]глаголA1

Значения

1
закрывать, затворять (дверь, окно и т. п.)
to close, shut (a door, window, etc.) · κλείνω την πόρτα — закрываю дверь
2
закрывать, прекращать деятельность (магазин, офис и т. п.)
to close, shut down (a shop, office, etc.) · κλείνω το κατάστημα — закрываю магазин
3
занимать место в очереди, заканчивать ряд
to come last in a line or queue · κλείνω την ουρά — стою в конце очереди

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κλείνω
εσύ
κλείνεις
αυτός
κλείνει
εμείς
κλείνουμε
εσείς
κλείνετε
αυτοί
κλείνουν
Аорист
εγώ
έκλεισα
εσύ
έκλεισες
αυτός
έκλεισε
εμείς
κλείσαμε
εσείς
κλείσατε
αυτοί
έκλεισαν
Будущее
εγώ
θα κλείσω
εσύ
θα κλείσεις
αυτός
θα κλείσει
εμείς
θα κλείσουμε
εσείς
θα κλείσετε
αυτοί
θα κλείσουν

Примеры

Κλείνω την πόρτα όταν φεύγω.
Я закрываю дверь, когда уходу. · I close the door when I leave.
Το μαγαζί κλείνει στις εννέα το βράδυ.
Магазин закрывается в девять вечера. · The shop closes at nine in the evening.
Έκλεισαν το γραφείο για ανακαίνιση.
Они закрыли офис на ремонт. · They closed the office for renovation.
Θα κλείσουμε τα παράθυρα πριν φύγουμε.
Мы закроем окна перед тем как уйдём. · We will close the windows before we leave.