κλάσμα
[ˈklazma]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
дробь (математическая)
fraction (mathematical) · τρία τέταρτα είναι ένα κλάσμα — три четверти — это дробь
2
осколок, обломок
fragment, piece, shard · κλάσματα γυαλιού — осколки стекла
3
отрывок (текста, музыки)
excerpt, passage · ένα κλάσμα από ένα ποίημα — отрывок из стихотворения
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κλάσμα
вин.
το κλάσμα
род.
του κλάσματος
зват.
κλάσμα
Мн. ч.
им.
τα κλάσματα
вин.
τα κλάσματα
род.
των κλασμάτων
зват.
κλάσματα
Примеры
Το κλάσμα δύο τρίτων είναι πολύ σημαντικό.
Дробь две трети очень важна. · The fraction two-thirds is very important.
Βρήκαμε κλάσματα πορσελάνης στο πάτωμα.
Мы нашли осколки фарфора на полу. · We found fragments of porcelain on the floor.
Διάβασε ένα κλάσμα από τη νέα της συλλογή.
Она прочитала отрывок из своей новой коллекции. · She read an excerpt from her new collection.
Τα κλάσματα του αγάλματος ήταν διασκορπισμένα.
Обломки статуи были разбросаны повсюду. · The pieces of the statue were scattered about.