κιονόκρανο
[ciɔˈnɔkrano]существительноеτο · средний родC1
Значения
1
капитель (верхняя часть колонны)
capital (upper part of a column) · το κιονόκρανο της κολόνας — капитель колонны
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κιονόκρανο
вин.
το κιονόκρανο
род.
του κιονόκρανου
зват.
κιονόκρανο
Мн. ч.
им.
τα κιονόκρανα
вин.
τα κιονόκρανα
род.
των κιονόκρανων
зват.
κιονόκρανα
Примеры
Το κιονόκρανο του ναού είναι ιωνικό.
Капитель храма имеет ионический стиль. · The capital of the temple is Ionic in style.
Τα κιονόκρανα της αρχαίας Αθήνας εντυπωσιάζουν.
Капители древних афинских колонн впечатляют. · The capitals of ancient Athens impress.
Εξέταζε λεπτομερώς τα κιονόκρανα του Παρθενώνα.
Он тщательно изучал капители Парфенона. · He examined the capitals of the Parthenon in detail.