Греческий словарь
с грамматикой

κινώ

[kiˈno]глаголA2

Значения

1
двигать, приводить в движение
to move, to set in motion · κινώ το χέρι μου — я двигаю свою руку
2
возбуждать, вызывать (чувства, действия)
to arouse, to provoke, to stir (emotions, action) · κινώ ενδιαφέρον — вызываю интерес
3
инициировать, начинать (дело, процесс)
to initiate, to start (proceedings, process) · κινώ δίκη — возбуждаю судебное дело

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κινώ
εσύ
κινείς
αυτός
κινεί
εμείς
κινούμε
εσείς
κινείτε
αυτοί
κινούν
Аорист
εγώ
κίνησα
εσύ
κίνησες
αυτός
κίνησε
εμείς
κινήσαμε
εσείς
κινήσατε
αυτοί
κίνησαν
Будущее
εγώ
θα κινήσω
εσύ
θα κινήσεις
αυτός
θα κινήσει
εμείς
θα κινήσουμε
εσείς
θα κινήσετε
αυτοί
θα κινήσουν

Примеры

Κινείς τα χέρια σου γρήγορα.
Ты быстро двигаешь руками. · You move your hands quickly.
Το φιλμ κίνησε τα συναισθήματά μας.
Фильм тронул наши чувства. · The film touched our hearts.
Θα κινήσω δίκη εναντίον του.
Я возбужу против него судебное дело. · I will bring legal action against him.
Μην κινείς το παιδί από τον ύπνο του.
Не буди ребенка из его сна. · Don't wake the child from his sleep.