Греческий словарь
с грамматикой

κινούμαι

[kiˈnume]глаголA2

Значения

1
двигаться, движется
to move, to get moving · Κινούμαι στο δρόμο — Я движусь по дороге
2
действовать, предпринимать действия
to act, to take action · Κινείται γρήγορα — Он действует быстро
3
трогать чувства, вызывать эмоцию
to move (emotionally), to stir · Κινούμαι από συμπάθεια — Я тронут жалостью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κινούμαι
εσύ
κινείσαι
αυτός
κινείται
εμείς
κινούμαστε
εσείς
κινείστε
αυτοί
κινούνται
Аорист
εγώ
κινήθηκα
εσύ
κινήθηκες
αυτός
κινήθηκε
εμείς
κινηθήκαμε
εσείς
κινηθήκατε
αυτοί
κινήθηκαν
Будущее
εγώ
θα κινηθώ
εσύ
θα κινηθείς
αυτός
θα κινηθεί
εμείς
θα κινηθούμε
εσείς
θα κινηθείτε
αυτοί
θα κινηθούν

Примеры

Ο άνθρωπος κινείται προς την πόρτα.
Человек движется к двери. · The man moves towards the door.
Κινήθηκε γρήγορα όταν άκουσε τα νέα.
Он быстро среагировал, когда услышал новости. · He acted quickly when he heard the news.
Η ιστορία τη κινεί βαθιά.
История её глубоко трогает. · The story moves her deeply.
Θα κινηθούμε αύριο το πρωί.
Завтра утром мы отправимся в путь. · We will set off tomorrow morning.