κινητοποίηση
[cinitopˈiisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
мобилизация, активизация (людей, ресурсов)
mobilization, activation (of people, resources) · κινητοποίηση των πολιτών — мобилизация граждан
2
организация, координация (действий, усилий)
organization, coordination (of actions, efforts) · κινητοποίηση δυνάμεων — координация сил
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κινητοποίηση
вин.
την κινητοποίηση
род.
της κινητοποίησης
зват.
κινητοποίηση
Мн. ч.
им.
οι κινητοποιήσεις
вин.
τις κινητοποιήσεις
род.
των κινητοποιήσεων
зват.
κινητοποιήσεις
Примеры
Η κινητοποίηση των εργατών ήταν επιτυχημένη.
Мобилизация рабочих была успешной. · The mobilization of workers was successful.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια νέα κινητοποίηση πόρων.
Правительство объявило о новой мобилизации ресурсов. · The government announced a new mobilization of resources.
Οι κινητοποιήσεις διαδηλωτών συνεχίζονται στις πλατείες.
Акции протестующих продолжаются на площадях. · The demonstrations of protesters continue in the squares.
Χρειάζεται κινητοποίηση όλων των διαθέσιμων μέσων.
Требуется мобилизация всех имеющихся средств. · Mobilization of all available means is needed.