Греческий словарь
с грамматикой

κινηματογραφιστής

[kinimatoɣrafiˈstis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
кинематографист, режиссёр кино
filmmaker, film director · ο κινηματογραφιστής σκηνοθετεί ταινίες — кинематографист снимает фильмы
2
оператор, кинооператор
cinematographer, cameraman · ο κινηματογραφιστής φιλμάρει τη σκηνή — оператор снимает сцену

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο κινηματογραφιστής
вин.
τον κινηματογραφιστή
род.
του κινηματογραφιστή
зват.
κινηματογραφιστή
Мн. ч.
им.
οι κινηματογραφιστές
вин.
τους κινηματογραφιστές
род.
των κινηματογραφιστών
зват.
κινηματογραφιστές

Примеры

Ο κινηματογραφιστής έκανε μία υπέροχη ταινία.
Кинематографист создал чудесный фильм. · The filmmaker made a wonderful film.
Οι κινηματογραφιστές συνεργάστηκαν στο έργο.
Кинематографисты сотрудничали над этим проектом. · The filmmakers collaborated on the project.
Του κινηματογραφιστή ήταν η δική του όραση.
Его видение было личным видением кинематографиста. · It was the filmmaker's own vision.
Ένας διάσημος κινηματογραφιστής σκηνοθέτησε την ταινία.
Известный кинематографист снял фильм. · A famous filmmaker directed the movie.