Греческий словарь
с грамматикой

κινηματογραφικός

[kinimɐtoɣrɐˈfikos]прилагательноеB1

Значения

1
кинематографический, относящийся к кино
cinematic, relating to cinema or film · κινηματογραφικός σταθμός — кинотеатр
2
кинематографичный, пригодный для экранизации
cinematogenic, suitable for film adaptation · κινηματογραφικό σενάριο — сценарий пригодный для фильма

Грамматика

мужской род
им.
κινηματογραφικός
вин.
κινηματογραφικό
род.
κινηματογραφικού
зват.
κινηματογραφικέ
женский род
им.
κινηματογραφική
вин.
κινηματογραφική
род.
κινηματογραφικής
зват.
κινηματογραφική
средний род
им.
κινηματογραφικό
вин.
κινηματογραφικό
род.
κινηματογραφικού
зват.
κινηματογραφικό

Примеры

Η κινηματογραφική βιομηχανία αναπτύσσεται γρήγορα.
Кинематографическая промышленность быстро развивается. · The film industry is developing rapidly.
Αυτό το μυθιστόρημα έχει κινηματογραφικό δυναμικό.
Этот роман имеет кинематографический потенциал. · This novel has cinematic potential.
Ο κινηματογραφικός λογαριασμός επιδοτείται από το κράτος.
Кинематографический счёт субсидируется государством. · The film fund is subsidised by the state.