κινηματογραφία
[kinimatoɣraˈfia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
кинематография, кино (как вид искусства и индустрия)
cinematography, cinema (as an art form and industry) · η κινηματογραφία ως τέχνη — кинематография как искусство
2
кинофильм, кино (конкретный фильм)
film, movie · μια ελληνική κινηματογραφία — греческий фильм
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κινηματογραφία
вин.
την κινηματογραφία
род.
της κινηματογραφίας
зват.
κινηματογραφία
Мн. ч.
им.
οι κινηματογραφίες
вин.
τις κινηματογραφίες
род.
των κινηματογραφιών
зват.
κινηματογραφίες
Примеры
Η ελληνική κινηματογραφία είναι πολύ δημοφιλής.
Греческое кино очень популярно. · Greek cinema is very popular.
Δούλευε στην κινηματογραφία για δεκαετίες.
Он работал в кинематографии десятилетиями. · He worked in cinematography for decades.
Αγαπώ τις κινηματογραφίες με κοινωνικό περιεχόμενο.
Я люблю фильмы с социальным содержанием. · I love films with social content.