Греческий словарь
с грамматикой

κινηματογράφος

[kinemɑtoˈɣɾɑfos]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
кинотеатр, кино (здание)
cinema, movie theater (building) · πάμε στον κινηματογράφο — идём в кинотеатр
2
кинематография, киноискусство
cinema, cinematography (the art form) · ο κινηματογράφος είναι τέχνη — кинематография — это искусство

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο κινηματογράφος
вин.
τον κινηματογράφο
род.
του κινηματογράφου
зват.
κινηματογράφε
Мн. ч.
им.
οι κινηματογράφοι
вин.
τους κινηματογράφους
род.
των κινηματογράφων
зват.
κινηματογράφοι

Примеры

Το Σάββατο πήγαμε στον κινηματογράφο.
В субботу мы пошли в кинотеатр. · On Saturday we went to the cinema.
Οι κινηματογράφοι της Αθήνας είναι πολύ όμορφοι.
Афинские кинотеатры очень красивые. · Athens cinemas are very beautiful.
Ο κινηματογράφος ως τέχνη γεννήθηκε στο 1890.
Кинематография как искусство появилась в 1890 году. · Cinema as an art was born in 1890.
Δεν υπάρχουν πολλοί κινηματογράφοι σε αυτή την πόλη.
В этом городе не так много кинотеатров. · There aren't many cinemas in this town.