Греческий словарь
с грамматикой

κινδυνεύω

[kinðiˈnevo]глаголB1

Значения

1
подвергаться опасности, рисковать
to be in danger, to risk · κινδυνεύει να πέσει — рискует упасть
2
подвергать опасности, ставить под угрозу
to endanger, to jeopardize · κινδυνεύει την υγεία του — ставит под угрозу своё здоровье

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κινδυνεύω
εσύ
κινδυνεύεις
αυτός
κινδυνεύει
εμείς
κινδυνεύουμε
εσείς
κινδυνεύετε
αυτοί
κινδυνεύουν
Аорист
εγώ
κινδύνευσα
εσύ
κινδύνευσες
αυτός
κινδύνευσε
εμείς
κινδυνεύσαμε
εσείς
κινδυνεύσατε
αυτοί
κινδύνευσαν
Будущее
εγώ
θα κινδυνεύω
εσύ
θα κινδυνεύεις
αυτός
θα κινδυνεύει
εμείς
θα κινδυνεύουμε
εσείς
θα κινδυνεύετε
αυτοί
θα κινδυνεύουν

Примеры

Κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του.
Он рискует потерять работу. · He risks losing his job.
Τα δέντρα κινδυνεύουν από την ξηρασία.
Деревья подвергаются опасности из-за засухи. · The trees are endangered by the drought.
Κινδύνευσε ο ασθενής του λίγο χθες.
Его пациент вчера был в опасности. · His patient was in danger yesterday.
Η περιβαλλοντική κρίση κινδυνεύει τη βιοποικιλότητα.
Экологический кризис ставит под угрозу биоразнообразие. · The environmental crisis endangers biodiversity.