κιθαρίστας
[kiθaˈristas]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
гитарист
guitarist · παίζει κιθάρα — играет на гитаре
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κιθαρίστας
вин.
τον κιθαρίστα
род.
του κιθαρίστα
зват.
κιθαρίστα
Мн. ч.
им.
οι κιθαρίστες
вин.
τους κιθαρίστες
род.
των κιθαριστών
зват.
κιθαρίστες
Примеры
Ο κιθαρίστας της μπάντας είναι πολύ ταλαντούχος.
Гитарист группы очень талантлив. · The band's guitarist is very talented.
Εχθές είδα τους κιθαρίστες στη συναυλία.
Вчера я видел гитаристов на концерте. · Yesterday I saw the guitarists at the concert.
Ο διάσημος κιθαρίστας θα έρθει αύριο.
Знаменитый гитарист придет завтра. · The famous guitarist will come tomorrow.