Греческий словарь
с грамматикой

κηρύσσω

[kiˈriso]глаголB1

Значения

1
объявлять публично, провозглашать
proclaim, announce publicly · κηρύσσω την αλήθεια — провозглашаю истину
2
проповедовать (религию, учение)
preach (a religion, doctrine) · κηρύσσω το Ευαγγέλιο — проповедую Евангелие
3
объявлять о выборах, войне и т.п.
declare, call (elections, war, etc.) · κηρύσσω εκλογές — объявляю выборы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κηρύσσω
εσύ
κηρύσσεις
αυτός
κηρύσσει
εμείς
κηρύσσουμε
εσείς
κηρύσσετε
αυτοί
κηρύσσουν
Аорист
εγώ
κήρυξα
εσύ
κήρυξες
αυτός
κήρυξε
εμείς
κηρύξαμε
εσείς
κηρύξατε
αυτοί
κήρυξαν
Будущее
εγώ
θα κηρύξω
εσύ
θα κηρύξεις
αυτός
θα κηρύξει
εμείς
θα κηρύξουμε
εσείς
θα κηρύξετε
αυτοί
θα κηρύξουν

Примеры

Ο ιερέας κηρύσσει το Ευαγγέλιο κάθε Κυριακή.
Священник проповедует Евангелие каждое воскресенье. · The priest preaches the Gospel every Sunday.
Η κυβέρνηση κήρυξε νέες εκλογές για το φθινόπωρο.
Правительство объявило новые выборы на осень. · The government called new elections for autumn.
Κηρύσσουν ειρήνη αλλά δεν τη θέλουν.
Они провозглашают мир, но не хотят его. · They proclaim peace but don't actually want it.
Αύριο θα κηρύξουν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού.
Завтра объявят результаты конкурса. · Tomorrow they will announce the competition results.