Греческий словарь
с грамматикой

κηδεύω

[kiˈðevo]глаголC1

Значения

1
хоронить, погребать
to bury, to inter · κηδεύω τον νεκρό — хоронить умершего
2
совершать похоронный обряд, совершать погребение
to perform funeral rites, to conduct a burial · κηδεύω με τιμή — хоронить с честью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κηδεύω
εσύ
κηδεύεις
αυτός
κηδεύει
εμείς
κηδεύουμε
εσείς
κηδεύετε
αυτοί
κηδεύουν
Аорист
εγώ
κήδευσα
εσύ
κήδευσες
αυτός
κήδευσε
εμείς
κηδεύσαμε
εσείς
κηδεύσατε
αυτοί
κήδευσαν
Будущее
εγώ
θα κηδεύσω
εσύ
θα κηδεύσεις
αυτός
θα κηδεύσει
εμείς
θα κηδεύσουμε
εσείς
θα κηδεύσετε
αυτοί
θα κηδεύσουν

Примеры

Ο πατέρας του κηδεύτηκε με μεγάλη τιμή.
Его отца похоронили с большими почестями. · His father was buried with great honour.
Στην αρχαία Ελλάδα κηδεύαν τους νεκρούς με ειδικές τελετές.
В древней Греции мертвецов хоронили со специальными обрядами. · In ancient Greece they buried the dead with special rites.
Θα κηδεύσουν τον γέρο αύριο το πρωί.
Старика похоронят завтра утром. · They will bury the old man tomorrow morning.