Греческий словарь
с грамматикой

κηδεμονία

[ciðemoˈni.a]существительноеη · женский родB2

Значения

1
опека, попечительство, забота
guardianship, custody, care · η κηδεμονία του παιδιού — опека над ребёнком
2
юридический статус опекуна
the position or role of guardian · ανάληψη κηδεμονίας — принятие на себя опеки

Грамматика

Ед. ч.
им.
η κηδεμονία
вин.
την κηδεμονία
род.
της κηδεμονίας
зват.
κηδεμονία
Мн. ч.
им.
οι κηδεμονίες
вин.
τις κηδεμονίες
род.
των κηδεμονιών
зват.
κηδεμονίες

Примеры

Ο δικαστής ανέθεσε την κηδεμονία της κόρης στη γιαγιά.
Судья поручил опеку над дочерью бабушке. · The judge assigned guardianship of the daughter to the grandmother.
Η κηδεμονία διαρκεί μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού.
Опека длится до достижения ребёнком совершеннолетия. · Guardianship lasts until the child comes of age.
Κατά τη διάρκεια της κηδεμονίας, ο κηδεμόνας είναι υπεύθυνος.
Во время опеки опекун несёт ответственность. · During guardianship, the guardian is responsible.