κεφάλι
[keˈfali]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
голова
head · το κεφάλι του ανθρώπου — голова человека
2
начальник, руководитель
leader, head (of an organization) · το κεφάλι της εταιρείας — глава компании
3
верхняя часть, вершина
top, upper part · στο κεφάλι της σελίδας — в верхней части страницы
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κεφάλι
вин.
το κεφάλι
род.
του κεφαλιού
зват.
κεφάλι
Мн. ч.
им.
τα κεφάλια
вин.
τα κεφάλια
род.
των κεφαλιών
зват.
κεφάλια
Примеры
Έχω πονοκέφαλο και το κεφάλι μου πονάει.
У меня головная боль, и голова болит. · I have a headache and my head hurts.
Ο διευθυντής είναι το κεφάλι του σχολείου.
Директор — это руководитель школы. · The principal is the head of the school.
Τα παιδιά σήκωσαν τα κεφάλια τους και κοίταξαν.
Дети подняли головы и посмотрели. · The children raised their heads and looked.
Στο κεφάλι του κειμένου υπάρχει ένας τίτλος.
В начале текста есть заголовок. · At the top of the text there is a title.