Греческий словарь
с грамматикой

κερώνω

[keˈrono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
воскальпивать, царапать, процарапывать
to scratch, to scrape, to claw · κερώνει το δέρμα — царапает кожу
2
скрести, скоблить (поверхность)
to scrape off, to scratch away · κερώνει το χρώμα — скребет краску

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κερώνω
εσύ
κερώνεις
αυτός
κερώνει
εμείς
κερώνουμε
εσείς
κερώνετε
αυτοί
κερώνουν
Аорист
εγώ
κέρωσα
εσύ
κέρωσες
αυτός
κέρωσε
εμείς
κερώσαμε
εσείς
κερώσατε
αυτοί
κέρωσαν
Будущее
εγώ
θα κερώσω
εσύ
θα κερώσεις
αυτός
θα κερώσει
εμείς
θα κερώσουμε
εσείς
θα κερώσετε
αυτοί
θα κερώσουν

Примеры

Το παιδί κερώνει τον τοίχο με ένα καρφί.
Ребёнок царапает стену гвоздём. · The child scratches the wall with a nail.
Κέρωσε το παλιό χρώμα από την πόρτα.
Он скребком удалил старую краску с двери. · He scraped the old paint off the door.
Η γάτα κερώνει το γόνατό μου όταν παίζουμε.
Кот царапает мне колено, когда мы играем. · The cat scratches my knee when we play.
Δεν πρέπει να κερώνεις την επιφάνεια του τραπεζιού.
Не нужно царапать поверхность стола. · You shouldn't scratch the surface of the table.