Греческий словарь
с грамматикой

κερνάω

[kerˈnao]глаголA2

Значения

1
угощать, приглашать на выпивку
to treat someone to a drink, to buy a round · κερνάω τους φίλους μου — угощаю своих друзей
2
угощать (в более широком смысле)
to treat, to offer hospitality · κερνάω καφέ — угощаю кофе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κερνάω
εσύ
κερνάς
αυτός
κερνάει
εμείς
κερνάμε
εσείς
κερνάτε
αυτοί
κερνάνε
Аорист
εγώ
κέρασα
εσύ
κέρασες
αυτός
κέρασε
εμείς
κεράσαμε
εσείς
κεράσατε
αυτοί
κέρασαν
Будущее
εγώ
θα κερνάω
εσύ
θα κερνάς
αυτός
θα κερνάει
εμείς
θα κερνάμε
εσείς
θα κερνάτε
αυτοί
θα κερνάνε

Примеры

Το Σαβατοκύριακο κέρασε τους φίλους του ποτά.
В выходной он угостил своих друзей напитками. · On the weekend he treated his friends to drinks.
Όταν γιόρταζε, πάντα κερνούσε καφέ σε όλους.
Когда праздновали, он всегда угощал всех кофе. · When celebrating, he always treated everyone to coffee.
Θα κερνάω όλους όταν περάσω τα εξετάσεις.
Я угощу всех, когда пройду экзамены. · I'll treat everyone when I pass the exams.
Κέρνα μας ένα ποτό, παιδί μου!
Угости нас напитком, милый! · Treat us to a drink, my boy!