κενώνω
[keˈnono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
опустошать, освобождать (помещение, место)
to empty, to vacate (a room, a place) · κενώνω το διαμέρισμα — опустошаю квартиру
2
очищать (ёмкость от содержимого)
to empty out (a container of its contents) · κενώνω το ποτήρι — опустошаю стакан
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κενώνω
εσύ
κενώνεις
αυτός
κενώνει
εμείς
κενώνουμε
εσείς
κενώνετε
αυτοί
κενώνουν
Аорист
εγώ
κένωσα
εσύ
κένωσες
αυτός
κένωσε
εμείς
κενώσαμε
εσείς
κενώσατε
αυτοί
κένωσαν
Будущее
εγώ
θα κενώσω
εσύ
θα κενώσεις
αυτός
θα κενώσει
εμείς
θα κενώσουμε
εσείς
θα κενώσετε
αυτοί
θα κενώσουν
Примеры
Πρέπει να κενώσουμε το σπίτι πριν φύγουμε.
Нам нужно опустошить дом перед тем, как уехать. · We need to empty the house before we leave.
Κένωσε το ποτήρι με μια γουλιά.
Он опустошил стакан одним глотком. · He emptied the glass in one gulp.
Οι τουρίστες κενώνουν τα δωμάτια την τελευταία μέρα.
Туристы освобождают номера в последний день. · Tourists vacate their rooms on the last day.