κεντρώνω
[keˈndrono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
сосредотачивать, концентрировать (внимание, усилия)
to focus, to concentrate (attention, effort) · κεντρώνει την προσοχή του — он концентрирует своё внимание
2
размещать в центре, ставить в центр
to center, to place in the center · κεντρώνει το τραπέζι στο δωμάτιο — он ставит стол в центре комнаты
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κεντρώνω
εσύ
κεντρώνεις
αυτός
κεντρώνει
εμείς
κεντρώνουμε
εσείς
κεντρώνετε
αυτοί
κεντρώνουν
Аорист
εγώ
κέντρωσα
εσύ
κέντρωσες
αυτός
κέντρωσε
εμείς
κεντρώσαμε
εσείς
κεντρώσατε
αυτοί
κέντρωσαν
Будущее
εγώ
θα κεντρώσω
εσύ
θα κεντρώσεις
αυτός
θα κεντρώσει
εμείς
θα κεντρώσουμε
εσείς
θα κεντρώσετε
αυτοί
θα κεντρώσουν
Примеры
Κέντρωσε όλη την προσοχή του στη δουλειά.
Он полностью сосредоточил внимание на работе. · He focused all his attention on the work.
Το πρόγραμμα κεντρώνει τις προσπάθειες στην εκπαίδευση.
Программа концентрирует усилия на образовании. · The program concentrates efforts on education.
Κεντρώστε το έπιπλο στη μέση του δωματίου.
Поставьте мебель в центр комнаты. · Place the furniture in the center of the room.
Η συζήτηση κεντρώθηκε στα οικονομικά προβλήματα.
Обсуждение сосредоточилось на экономических проблемах. · The discussion centered on economic problems.