Греческий словарь
с грамматикой

κείμαι

[ˈkime]глаголB1

Значения

1
лежать, находиться в горизонтальном положении
to lie, to be in a horizontal position · κείμαι στο κρεβάτι — лежу в кровати
2
находиться, располагаться (о месте, предмете)
to be located, to lie (of a place or object) · το χωριό κείται στο βουνό — деревня расположена на горе
3
зависеть, быть в чьей-либо власти
to depend, to be in someone's power · κείται στα χέρια σας — это в ваших руках

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κείμαι
εσύ
κείσαι
αυτός
κείται
εμείς
κείμαστε
εσείς
κείστε
αυτοί
κείνται
Аорист
εγώ
κατάκλιθα
εσύ
κατακλίθηκες
αυτός
κατακλίθηκε
εμείς
κατακλιθήκαμε
εσείς
κατακλιθήκατε
αυτοί
κατακλίθηκαν
Будущее
εγώ
θα κείμαι
εσύ
θα κείσαι
αυτός
θα κείται
εμείς
θα κείμαστε
εσείς
θα κείστε
αυτοί
θα κείνται

Примеры

Ο ασθενής κείται στο κρεβάτι του.
Больной лежит в своей кровати. · The patient lies in his bed.
Η πόλη κείται ανάμεσα σε δύο βουνά.
Город расположен между двумя горами. · The city lies between two mountains.
Όλα κείνται στις δικές σας χέρια τώρα.
Всё теперь в ваших руках. · Everything now lies in your hands.
Κείμαι άρρωστος εδώ και τρεις μέρες.
Я болею здесь уже три дня. · I have been lying ill here for three days.